|
Γλωσσικά σχόλια
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Ερμηνευτικά σχόλια
Κατὰ τούτου τὰς γυναῖκας Ἠλείοις ἐστὶν ὠθεῖν νόμος, ἢν φωραθῶσιν ἐς τὸν ἀγῶνα ἐλθοῦσαι τὸν Ὀλυμπικόν: Ξένοι, βάρβαροι, ακόμη και δούλοι μπορούσαν να παρακολουθούν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Απαγορευόταν όμως ρητά να εισέρχονται στο στάδιο και να παρακολουθούν τους αγώνες οι έγγαμες γυναίκες. Η μόνη ενήλικη γυναίκα που μπορούσε να παρακολουθήσει τους αγώνες ήταν η ιέρεια της θεάς Δήμητρας. Οὐ μὴν οὐδὲ ἁλῶναι λέγουσιν οὐδεμίαν, ὅτι μὴ Καλλιπάτειραν μόνην: Η μοναδική έγγαμη γυναίκα που τόλμησε να παραβιάσει το άβατο της Ολυμπίας ήταν η Καλλιπάτειρα από τη Ρόδο, που καταγόταν από μεγάλη οικογένεια ολυμπιονικών. Αυτή, όταν έμεινε χήρα, ανέλαβε η ίδια την εκγύμναση και την προετοιμασία του γιου της Πεισιρόδου, για να λάβει μέρος στο αγώνισμα της πυγμαχίας κατά την 96η Ολυμπιάδα (396 π.Χ.). Φλεγόμενη από επιθυμία να παρακολουθήσει τον γιο της να αγωνίζεται και να νικά στην Ολυμπία, αψήφησε τον σχετικό νόμο, μεταμφιέστηκε σε άντρα γυμναστή και πέρασε στο στάδιο. ταύτην ἀφιᾶσιν ἀζήμιον καὶ τῷ πατρὶ καὶ ἀδελφοῖς αὐτῆς καὶ τῷ παιδὶ αἰδῶ νέμοντες: Από σεβασμό προς τον πατέρα, τον σύζυγο και τον γιο της για τη σημαντική αθλητική συνεισφορά τους, οι ελλανοδίκες δεν την τιμώρησαν, αλλά την άφησαν ελεύθερη. Ήταν κόρη του περίφημου ολυμπιονίκη Διαγόρα και σύζυγος ενός επίσης μεγάλου ολυμπιονίκη, του Καλλιάνακτος, ενώ τα αδέρφια της και ο γιος της κέρδισαν κι αυτά σημαντικές νίκες στους Ολυμπιακούς Αγώνες και στα Ίσθμια. |
|
Ερωτήσεις
Το στάδιο της αρχαίας Ολυμπίας
Παράσταση δόλιχου δρόμου (αττικός μελανόμορφος αμφορέας, 500 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου)
Β1. Λεξιλογικός Πίνακας
Ασκήσεις
Β2. Ετυμολογικά Δεύτερο συνθετικό λέξη κλιτή – ρήμα Να σχηματίσετε σύνθετες λέξεις της ν.ε. χρησιμοποιώντας ως δεύτερο συνθετικό τα εξής ρήματα του κειμένου της Ενότητας: καλοῦμαι, ἔρχομαι, διαβαίνω, ἄγω. Όταν το β΄ συνθετικό είναι ρήμα, η σύνθετη λέξη που δημιουργείται μπορεί να είναι και αυτή αντίστοιχα ρήμα (εἰσέρχομαι) ή όνομα, δηλαδή ουσιαστικό (νομοθέτης < νόμος + ρ. τίθημι) ή επίθετο (ἀπότομος < ἀπό + ρ. τέμνω). Ειδικότερα:
Αν το α΄ συνθετικό είναι οποιοδήποτε άλλο μέρος του λόγου εκτός από πρόθεση, σχηματίζεται παρασύνθετο ρήμα (π.χ. σε -έω, -ῶ) από συγγενές ουσιαστικό ή επίθετο που δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί: |
||||||||||||||||||||||||||||||||||
Ασκήσεις
| παρά | + βαίνω | ὁ |
| ἐπί | ὁ | |
| ἀνά | ὁ | |
| διά | ὁ | |
| οἶκος | + νέμω | ὁ |
| παρά | ὁ | |
| παῖς (γεν. παιδ-ός) | ὁ |
| πρόσωπο που ενεργεί | παρασύνθετα ρήματα |
| οἰωνοσκόπος οἰκονόμος συκοφάντης εὐεργέτης ἄπορος ἀσεβής |
Γ. Σύνταξη
1. Επιρρηματικές μετοχές
Θυμηθείτε όσα διδαχθήκατε στην προηγούμενη τάξη (εγχειρίδιο Α΄ Γυμνασίου, Ενότητα 13) για τα είδη των επιρρηματικών μετοχών και τον συντακτικό ρόλο τους. Να εντοπίσετε τις επιρρηματικές μετοχές του κειμένου και να τις χαρακτηρίσετε ως προς το είδος τους (χρονική, τελική, αιτιολογική, τροπική, εναντιωματική, υποθετική).
Το υποκείμενο μιας μετοχής βρίσκεται πάντοτε στην ίδια πτώση με τη μετοχή. Όταν το υποκείμενο μιας επιρρηματικής μετοχής έχει και άλλο συντακτικό ρόλο στην πρόταση (π.χ. είναι και υποκείμενο ή αντικείμενο του ρήματος), η μετοχή χαρακτηρίζεται συνημμένη. Αντίθετα, όταν το υποκείμενο μιας επιρρηματικής μετοχής δεν έχει άλλη συντακτική θέση στην πρόταση, δηλαδη χρωστάει την ύπαρξή του στην παρουσία της μετοχής και μόνο, η επιρρηματική μετοχή χαρακτηρίζεται απόλυτη και βρίσκεται συνήθως σε πτώση γενική.
| Έχει το υποκείμενο της επιρρηματικής μετοχής άλλη συντακτική θέση μέσα στην πρόταση; | |
| Η επιρρηματική μετοχή είναι συνημμένη | Η επιρρηματική μετοχή είναι απόλυτη |
Παρατηρήσεις
2. Κατηγορηματική μετοχή
Έχει ήδη γίνει λόγος στην προηγούμενη τάξη για την κατηγορηματική μετοχή που μεταφράζεται με τη βοήθεια των λέξεων να, ότι /πως καιπου (κυρίως μετά από ρήματα ψυχικού πάθους). Συνοδεύει συγκεκριμένα είδη ρημάτων ως συμπλήρωμα και λειτουργεί ως κατηγορούμενο ή ομοιόπτωτος (κατηγορηματικός) προσδιορισμός. Αναφέρεται στο υποκείμενο ή στο αντικείμενο του ρήματος.
| Ρήματα που συντάσσονται με κατηγορηματική μετοχή | |
| συνδετικά | εἰμί, γίγνομαι, ὑπάρχω, τυγχάνω, φαίνομαι, λανθάνω |
| έναρξης, λήξης | ἄρχω, ἄρχομαι, παύω, παύομαι, λήγω, διαλείπω |
| καρτερίας, ανοχής, κόπου, κορεσμού | καρτερῶ, περιορῶ, ἀνέχομαι, κάμνω, ὑπομένω, ἀρκῶ |
| ευεργεσίας, αδικίας, νίκης, ήττας | ἀδικῶ, εὖ ποιῶ, νικῶ, ἡττῶμαι |
| ψυχικού πάθους | χαίρω, ἥδομαι, ἀγανακτῶ, ἄχθομαι, αἰσχύνομαι, χαλεπῶς φέρω, αἰδοῦμαι |
| αίσθησης, μάθησης, μνήμης | αἰσθάνομαι, ὁρῶ, ἀκούω, εὑρίσκω, γιγνώσκω, μανθάνω, μέμνημαι, ἐνθυμοῦμαι |
| δείξης, αγγελίας, ελέγχου | δείκνυμι, δηλῶ, ἀγγέλλω, ἐλέγχω |
Ασκήσεις
![]() |
Νίκη σε στατήρα από την Κύζικο της Φρυγίας, περ. 500 π.Χ. (Παρίσι, Bibliothèque nationale, Cabinet des Médailles) |
![]() |
|---|