|
ἐπεί (χρον. σύνδ.)
|
|
όταν |
|
ὁ πολέμιος
|
ο εχθρός |
| τῇ Ἀττική κατὰ τό Φαληρικόν προσφερόμενος τοὺς πέριξ αἰγιαλούς |
πλησιάζοντας στην Αττική από την πλευρά του Φαλήρου τις γύρω παραλίες (πβ. ν.ε.: γιαλός, περιγιάλι, αιγιαλίτιδα ζώνη) |
| ἐπάπταινον (επικό ρ.) οἱ Πελοποννήσιοι πρὸς τὸν Ἰσθμόν |
οι Πελοποννήσιοι φοβισμένοι σκέφτονταν να αποπλεύσουν για τον Ισθμό της Κορίνθου |
| ἔνθα δὴ |
ενώ λοιπόν έτσι είχε η κατάσταση |
| βουλεύομαι |
σκέφτομαι, σχεδιάζω |
| συνετίθει (γ΄ εν. οριστ. παρατ. ρ. συντίθημι) |
κατάστρωνε (πβ. ν.ε.: σύνθεση, συνθέτης, πολυσύνθετος) |
| ἡ πραγματεία |
το θέμα, η επιδίωξη (πβ. ν.ε.: διαπραγματεύομαι, πολυπράγμων) |
| ὁ/ἡ εὔνους, τὸ εὔνουν |
ευνοϊκός, φιλικός (πβ. ν.ε.: εύνοια, ευνοϊκός) |
| ἐκπέμπει κρύφα |
στέλνει κρυφά (πβ. ν.ε.: εκπομπή, νηοπομπή, αποπομπή) |
| κελεύω |
διατάζω, προτρέπω (πβ. ν.ε.: κελευστής, κέλευσμα) |
| αἱρούμενος (ρ. αἱρέομαι, αἱροῦμαι) τὰ βασιλέως |
παίρνοντας το μέρος του Πέρση βασιλιά (πβ. ν.ε.: αίρεση, αιρετός, προαίρεση, προαιρετικός, αρχαιρεσίες) |
| ἐξαγγέλλω |
στέλνω (στον εχθρό) ως πληροφορία (πβ. ν.ε.: εξαγγελία) |
| ἀποδιδράσκω |
δραπετεύω, προσπαθώ να ξεφύγω |
| διακελεύεται ἐπιθέσθαι (απαρ. αορ. ρ. ἐπιτίθεμαι) καὶ διαφθεῖραι (απαρ. αορ. ρ. διαφθείρω) |
συμβουλεύει να τους επιτεθεί (πβ. ν.ε.: επίθεση, επιθετικός) και να τους εξοντώσει (πβ. ν.ε.: διαφθορά) |
| ἐν ᾧ ταράττονται τῶν πεζῶν χωρὶς ὄντες |
ενώ βρίσκονται σε σύγχυση χωρίς το πεζικό |
| ταῦτα ὡς ἀπ’ εὐνοίας λελεγμένα δεξάμενος |
επειδή δέχθηκε αυτά πιστεύοντας ότι είχαν λεχθεί με φιλική διάθεση |
| ἥσθη (γ΄ εν. παθ. αορ. α΄ρ. ἥδομαι) |
ευχαριστήθηκε, ένιωσε ικανοποίηση (πβ. ν.ε.: ηδονή, ηδύποτο) |
| ἐξέφερε πρὸς τοὺς ἡγεμόνας τῶν νεῶν διαζῶσαι (απαρ. αορ. ρ. διαζώννυμι) |
έδωσε διαταγή στους κυβερνήτες των πλοίων να περικυκλώσουν (πβ. ν.ε.: ζώνη, ζωστήρα, εύζωνας) |
| διακοσίαις ναυσὶν ἀναχθέντας (μτχ. παθ. αορ.΄ ρ.ἀνάγομαι |
αφού αποπλεύσουν με διακόσια πλοία (πβ. ν.ε.: αναγωγή, ανάγωγος) |
| ὅπως ἐκφύγοι μηδείς (δευτ. επιρρ. τελική πρότ.) |
για να μην ξεφύγει κανείς (πβ. ν.ε.: φυγάς, υπεκφυγή) |