|
γένει (δοτ. εν. ουσ. τὸ γένος) Μάρδος
|
|
Μάρδος στην καταγωγή (ασιατική εθνότητα) |
|
ἐργάζομαι
|
προκαλώ, κάνω (πβ. ν.ε.: εργατικός, εργασιομανής) |
| τὰ μὲν πρῶτα |
αρχικά |
| ἐπειρᾶτο (γ΄ εν. οριστ. παρατ. ρ. πειράομαι, πειρῶμαι) |
προσπαθούσε (πβ. ν.ε.: πείραμα, απόπειρα, πειρατικός) |
| ῥυθμίζω |
(εδώ) συνετίζω, χαλιναγωγώ, ρυθμίζω, τακτοποιώ (πβ.ν.ε.: ρυθμός, αρρυθμία) |
| ἤγαγε (γ΄ εν. οριστ. αορ. β΄ ρ. ἄγω) |
έφερε, οδήγησε (πβ. ν.ε.: αγωγός, αγωγή, αγωγιμότητα, ανάγωγος) |
| ὅσα αὐτῷ ἐτετόλμητο (γ΄ εν. οριστ. υπερσ. ρ. τολμάομαι, τολμῶμαι) |
όσα είχε αποτολμήσει αυτός (πβ. ν.ε.: τολμηρός, ατολμία) |
| ᾔτει (γ΄ εν. οριστ. παρατ. ρ. αἰτέω, αἰτῶ) ἀποκτεῖναι (απαρ. αορ. ρ.ἀποκτείνω) |
ζητούσε (πβ. ν.ε.: αίτηση, αίτημα) να τον εκτελέσουν (πβ. ν.ε.: πατροκτόνος, λιμοκτονώ) |
| ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα (αόρ. επιμερ. αντων.) |
και οι δύο (πβ. ν.ε.: επαμφοτερίζω) |
| τὰ δὲ αὐτὰ λέγοντος τοῦ Μάρδου |
κι ενώ ο Μάρδος έλεγε τα ίδια (πβ. ν.ε.: ταυτότητα, ταυτολογία) |
| ἔφη (γ΄ εν. οριστ. παρατ. ρ. φημί) |
είπε |
| εἶτα τολμήσεις ὑπομεῖναι (απαρ. αορ. ρ. ὑπομένω); |
αλήθεια, θα έχεις το θάρρος να αντέξεις; (πβ. ν.ε.: υπομονή, υπομονετικός, ανυπόμονος) |
| πάντων μάλιστα |
βεβαιότατα! |
| ἐπεί (αιτιολ. σύνδ.) |
γιατί |
| ἡ θριδακίνη και ἡ θρίδαξ, τῆς θρίδακος |
το μαρούλι |
| ἡ ἔκφυσις |
η παραφυάδα (πβ. ν.ε.: απόφυση, υπόφυση) |
| οὐδέν (αόρ. επιμερ. αντων. οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν) λυπεῖται |
καθόλου δε λυπάται |
| θάλλει μᾶλλον |
ανθίζει περισσότερο, πετάει περισσότερα φύλλα (πβ.ν.ε.: θαλερός) |
| ὁ/ἡ γλυκίων, τὸ γλύκιον (συγκρ. βαθ. επιθ. γλυκύς, γλυκεῖα, γλυκύ) |
γλυκύτερος |
| ἐπήνεσε (γ΄ εν. οριστ. αορ. ρ. ἐπαινέω, ἐπαινῶ) τὸν ἄνδρα καὶ τῶν βασιλικῶν δικαστῶν ἐποίησεν (οριστ. αορ. ρ. ποιέω, ποιῶ) ἕνα |
επαίνεσε τον άνδρα και τον έκανε βασιλικό δικαστή |
| ὁ περὶ τῶν ἰδίων παίδων οὕτω δικαίως ἀποφαινόμενος |
αυτός που διατυπώνει τόσο δίκαιες κρίσεις για τα παιδιά του |
| πάντως καὶ ἐν τοῖς ἀλλοτρίοις |
οπωσδήποτε και στις ξένες υποθέσεις |
| ἀφῆκε (οριστ. αορ. ρ. ἀφίημι) τῆς τιμωρίας |
απάλλαξε από την τιμωρία (πβ. ν.ε.: άφεση, αφέτης, αφετηρία) |
| ἐὰν ἀδικῶν φωραθῇ (γ΄ εν. υποτ. παθ. αορ. ρ. φωράομαι, φωρῶμαι) ἕτερα |
εάν αποδειχθεί ότι διαπράττει άλλες αδικίες |